ὑπεξαίρεσις

ὑπεξαίρεσις
ὑπ-εξ-αίρεσις, , das Heraus- u. Wegnehmen, das heimliche od. allmähliche Wegnehmen; τοῦ ἀλγύνοντος, allmähliche Entfernung; μεϑ' ὑπεξαιρέσεως, allmählich

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπεξαίρεσις — removal fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεξαιρέσει — ὑπεξαίρεσις removal fem nom/voc/acc dual (attic epic) ὑπεξαιρέσεϊ , ὑπεξαίρεσις removal fem dat sg (epic) ὑπεξαίρεσις removal fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεξαιρέσεσιν — ὑπεξαίρεσις removal fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεξαίρεσιν — ὑπεξαίρεσις removal fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπεξαίρεση — (Νομ.). Η ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος από μέρους προσώπου, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται για οποιοδήποτε λόγο. Με το πράγμα εξομοιώνεται και το τίμημα πράγματος, που ο κύριός του έχει εμπιστευτεί για πώληση, καθώς και το πράγμα που… …   Dictionary of Greek

  • ՃՌԱՔԱՂՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 0186 Chronological Sequence: Early classical, 5c, 14c գ. ἑπιφυλλίς racematio ὐπεξαίρεσις subtractio. Քաղումն ճռից. ճռաքաղք. *Լաւագոյն է ճռաքաղութիւնդ եփրեմի քան զկութսն աբիեզերայ. Դտ. ՟Ը. 2: *Յօրինակ այգէթողին՝ դառնալ ճռաքաղութեամբ ʼի… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ὑπεξαιρέσεως — ὑπεξαιρέσεω̆ς , ὑπεξαίρεσις removal fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”